27/11/17

14/11/17

Η μαγεία των Raïna Raï


Όπως συμβαίνει με πολλά διάσημα μοντέρνα μουσικά είδη, έτσι και η μουσική raï  της Αλγερίας έχει την προέλευσή του στις παρυφές τις κοινωνίας, στα χαμηλά λαϊκά στρώματα. Αρχικά αναπτύχθηκε κατά τις δεκαετίες του 1920 και του 1930 στις φτωχογειτονιές του Οράν, οι οποίες όμως διακρίνονταν από μία μεσογειακή πολυπολιτισμικότητα, καθώς εκεί συνυπήρχαν Άραβες με Ισπανούς, Γάλλους και Εβραίους. Μέσω του νέου αυτού είδους, το οποίο έφερνε κοντά στοιχεία της Αραβικής παράδοσης μαζί με αυτά της μουσικής των προαναφερθέντων λαών, οι νέοι της πόλης εξέφραζαν έγνοιες και όνειρα που ξέφευγαν από τα όρια του μουσουλμανισμού. Το raï , ως μία καθαρά κοσμική μουσική, πλήρωσε σε όλη του την πορεία την αντίθεσή του με τον ισλαμικό φονταμενταλισμό. Και η πορεία του υπήρξε σημαντικότατη. Ανέδειξε σημαντικούς, αλλά άγνωστους στο ευρύ κοινό συνθέτες, όπως ο τρομπετίστας Messaoud Bellemou, ιστορικές φωνές, όπως η Cheikha Rimitti και μεγάλους σταρ που, στις καλύτερές τους στιγμές, συνδυάζουν την ποιότητα με την εμπορική απήχηση, όπως ο πολύς Khaled. Στο Music On Air έχω αφιερώσει μία ανάρτηση, στη μορφή που ονομάζεται Rachid Taha.

Σε αυτό το κείμενο θα ασχοληθούμε με μία από τις αγαπημένες μου raï  μπάντες, τους  Raïna Raï , οι οποίοι είναι ελάχιστα γνωστοί στο ελληνικό κοινό. Θεωρώ ότι οι θιασώτες της αραβικής σκηνής, ειδικά της Βόρειας Αφρικής, πρέπει τους συμπεριλάβουν στα ακούσματά τους. 

Οι Raïna Raï  δημιουργήθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 1980 στην πόλη Sidi Bel Abbès, που βρίσκεται δίπλα στο Οράν. Το στιλ τους αποτελεί ένα υβρίδιο ανάμεσα στο raï , τη μουσική gnaoui με πανάρχαια παράδοση στις φυλές της Σαχάρας και στο ροκ, ειδικότερα εκείνο των 60s και των 70s. Έτσι, ο ήχος τους είναι τραχύς και πλούσιος, βασισμένος σε πολυσύνθετα ρυθμικά μοτίβα κρουστών, για τα οποία κυρίως υπεύθυνος είναι ο drummer Hachemi Djellouli και στις εκφραστικότατες μελωδίες τις κιθάρας του Lotfi Attar, το παίξιμο του οποίου ισορροπεί ιδιοφυώς ανάμεσα στο blues rock του Hendrix και το latin rock του Santana από τη μία πλευρά και το στιλ του raï πρωτοπόρου Messaoud Bellemou από την άλλη.


Η πρώτη κυκλοφορία των Raïna Raï πραγματοποιήθηκε το 1983, με το άλμπουμ Hagda που κατά τη γνώμη μου είναι κορυφαίο. Σχεδόν από την πρώτη ακρόασή του με γοήτευσε τόσο η τραχύτητα του ήχου, που δίνει έναν ακατέργαστο, underground αέρα, όσο και οι φανταστικές μελωδίες. Στη μεγαλύτερη επιτυχία του συγκροτήματος, στο τραγούδι Ya Zina, λες και οι μεσογειακοί λαοί εξομολογούνται τον έρωτά τους στην θάλασσα που τους ενώνει.

Ίσως στην αρχή το βίντεο, με την παλαιότητα και την DIY άποψή του, σας ξενίσει, αλλά συμβουλεύω να αφεθείτε στην σκονισμένη ατμόσφαιρά του.


Μετά το ντεμπούτο τους, το οποίο σημειωτέον γνώρισε μεγάλη επιτυχία στην Αλγερία και σε γειτονικές χώρες, όπως το Μαρόκο, οι Raïna Raï  συνέχισαν την καριέρα τους, κυρίως κατά τη διάρκεια των δεκαετιών του 1980 και 1990, με στούντιο, αλλά και live άλμπουμ. Μάλιστα εκείνα τα χρόνια περιόδευσαν σε ολόκληρο τον κόσμο, δίνοντας συναυλίες οι οποίες πρέπει να ήταν ανεπανάληπτες. Μόνο σκεφτείτε πως συνεργάστηκαν με καλλιτέχνες όπως ο Manu Dibango και ο Alpha Blondy.

Από το δεύτερο άλμπουμ τους, Raïna Hak που κυκλοφόρησε από την ιστορική δισκογραφική Maison d'édition Rachid et Fethi , ξεχώρισα το ορηστρικό Amarna, μάλλον αφιερωμένο στον πιο βασικό τραγουδιστή της μπάντας Djilali Razkallah, ο οποίος ήταν γνωστός με το ψευδώνυμο Djilali Amarna:


Μαζί με τον Lotfi Attar, ο Djilali ήταν το πιο σημαντικό μέλος των Raïna Raï , ένας άνθρωπος με καταπληκτικό ταλέντο, ο οποίος τραγουδούσε, χόρευε και εμψύχωνε την μπάντα με πάθος. Οι δύο φίλοι το 1987 εγκατέλειψαν τους Raïna Raï  και σχημάτισαν το γκρουπ Amarna, το οποίο διατήρησαν ως το 1992, με μια κατεύθυνση που ενώ ήταν αδιαπραγμάτευτα ροκ, ευνοούσε τον αυτοσχεδιασμό και συνδεόταν με τη μουσική παράδοση, καθώς και με τους κοινωνικοπολιτικούς αγώνες του αλγερινού λαού. Βέβαια, η δύσκολη πολιτική κατάσταση στην Αλγερία απασχολούσε και τους Raïna Raï.  Άλλωστε μια ανάγνωση του βίου του Lotfi Attar είναι ενδεικτική για τη βαθιά σχέση του εν λόγω καλλιτέχνη με τις περιπέτειες και τα τραύματα της πατρίδας του. Και φυσικά αυτή η σχέση προκύπτει αβίαστα κάθε φορά που πιάνει στα χέρια του την ηλεκτρική κιθάρα. 


Εντωμεταξύ, οι Raïna Raï , συνηθισμένοι από τη συχνή εναλλαγή μελών, συνέχισαν την πορεία τους, κατορθώνοντας το 1993 να κυκλοφορήσουν ένα από τα καλύτερά τους άλμπουμ, το Zaama. Σε σχέση με τα άλμπουμ που συμμετείχαν οι Attar και Amarna, εδώ ο ήχος είναι πιο εκλεπτυσμένος και η όλη προσέγγιση πιο ποπ, ακολουθώντας την ποιοτική και εμπορική άνοδο του raï στα 90s, όταν δηλαδή τραγουδιστές όπως ο Khaled, o Rachid Taha και ο Cheb Mammi έβγαζαν τις καλύτερές τους δουλειές.


Παρόλο που η ακμή της μπάντας πραγματοποιήθηκε στα 80s και στα 90s, η οποία άλλωστε επισφραγίστηκε με την πρώτη τους διάλυση το 2001, η πορεία τους συνεχίζεται ως σήμερα, κυρίως μέσω πρωτοβουλιών του Lotfi Attar. Δυστυχώς το 2007, ο Djilali Amarna έφυγε από τη ζωή, υποκύπτοντας  στον καρκίνο του στομάχου που τον ταλαιπωρούσε χρόνια.

Αλλά, όπως ήδη τόνισα, ο κύριος Attar κρατά το όνειρο ζωντανό με περίσσιο ενθουσιασμό, όπως φαίνεται και στο παρακάτω βίντεο, στο οποίο βλέπουμε απόσπασμα από τη συναυλία επιστροφής των Raïna Raï στη γενέτειρά τους Sidi Bel Abbès, με τη συμμετοχή δύο πολύ παλιών μελών του γκρουπ, του drummer Hachemi Djellouli και του τραγουδιστή Kada Zina.


Αν έχετε όρεξη να εξερευνήσετε το μουσικό ιδίωμα του raï , πρέπει να οπλιστείτε με ψυχραιμία, καθώς είναι αρκετά συνήθης η συνάντηση με καλλιτέχνες και τραγούδια που ανήκουν στον κόσμο του κιτς και του κακού γούστου. Παράλληλα όμως θα ανταμειφθείτε με μερικές από τις πιο κορυφαίες στιγμές της παγκόσμιας σύγχρονης σκηνής των τελευταίων πενήντα ετών τουλάχιστον. Πλέον έχω τη βεβαιότητα ότι οι Raïna Raï είναι υπεύθυνοι για αρκετές από αυτές τις στιγμές. 

6/10/17

Ο Nicolas Jaar στη Θεσσαλονίκη (Principal Club Theatre, 4/10)

Παρόλο που, περίπου από το 2011, ο Nicolas Jaar έχει κερδίσει όχι μόνο την εκτίμηση των πιο ψαγμένων ακροατών, αλλά και την αποδοχή ενός πολύ ευρύτερου κοινού, η δική μου σχέση με τη μουσική του βρίσκεται σχετικά στην αρχή της. Λίγο εξαιτίας της φήμης του σε ανθρώπους που αρέσκονται σε mainstream club hits, λίγο εξαιτίας της αποστασιοποίησης μου από τον minimal techno ήχο, τον οποίο ο Jaar ως ένα βαθμό εκπροσωπεί, κρατιόμουν μακριά από τη δουλειά του. Πριν 2-3 χρόνια είχα ακούσει το ωραιότατο project του Darkside, αλλά πραγματικά "κόλλησα" πέρσι, με το άλμπουμ Sirens, που μου άρεσε τόσο, ώστε το συμπεριέλαβα στο top-10 του 2016. Από τότε, άρχισα να προσεγγίζω τη μουσική αυτού του πολυδιάστατου, σύγχρονου, ανήσυχου καλλιτέχνη. 

Οπότε, όταν ανακοινώθηκε ότι ο Nicolas Jaar θα εμφανιστεί ζωντανά στην Ελλάδα, σχεδόν ενθουσιάστηκα. Η συναυλία του στην Αθήνα συνέπεσε με υποχρεώσεις, αλλά κατάφερα να παρακολουθήσω εκείνη της Θεσσαλονίκης, 4 Οκτώβρη στο Principal. 


Οι εντυπώσεις από τη ζωντανή εμφάνιση του Χιλιανού/ Αμερικάνου καλλιτέχνη ήταν θετικότατες. Κατά τη διάρκεια του live πέρασα τόσο ωραία, ώστε υπέμεινα κάποια χτυπητά μειονεκτήματα:  τις κακές συνθήκες του χώρου -βλέπε υπερβολική ζέστη και κάπνα που έκαναν την ατμόσφαιρα αποπνικτική- αλλά και μία μερίδα του πολυπληθούς κοινού, η οποία κατά βάση δεν ήρθε για να ακούσει μουσική, αλλά για να παρευρεθεί στη ζωντανή εμφάνιση ενός ονόματος με έντονο hype, κουτσομπολεύοντας και απαιτώντας να "βαρέσει περισσότερο". 

Απολαμβάνοντας τον Nicolas Jaar ζωντανά, συνειδητοποίησα πιο ξεκάθαρα ότι η τέχνη του είναι πειραματική και περιπετειώδης, αρνούμενη να μπει σε κάθε είδους καλούπια. Στάθηκε μόνος του  απέναντι σε εκατοντάδες κόσμου, περιτριγυρισμένος από τα synths και τα μηχανήματά του και για δύο ώρες συνδύασε την αληθινά δημιουργική έκφραση με τον επαγγελματισμό. Παρουσίασε το καλλιτεχνικό του όραμα σε όλο του το συναισθηματικό βάθος, παραμένοντας ένας εγκεφαλικός "mixing engineer", όπως αποκαλείται στην επίσημη ιστοσελίδα του.


Σκοτεινές και χαμηλόφωνες ambient συνθέσεις, οι οποίες έφερναν στο νου Tangerine Dream και τις πιο ηλεκτρονικές στιγμές των Pink Floyd, εναλλάσσονταν με ξέφρενο και την ίδια στιγμή πειραματικό microhouse και minimal techno. Σε αυτό το πάντρεμα, ο Jaar φρόντιζε να εντάξει στοιχεία από krautrock, ειδικά όταν τραγούδησε τα κομμάτια The Governor και Three Sides of Nazareth του άλμπουμ Sirens, από free jazz, παίζοντας με επιτηδευμένο φάλτσο το σαξόφωνό του, και βέβαια deep house, καθώς σύσσωμο το κοινό σείονταν με τις επιτυχίες του A Time For Us, Space Is Only Noise και Mi Mujer. Φυσικά, όσο η ώρα περνούσε και το ταξίδι έφτανε στο τέλος του, ο Nicolas φρόντισε να μας ταρακουνήσει για τα καλά, ανεβάζοντας τον χορευτικό ρυθμό στο ζενίθ. 

Ωστόσο, προσωπική αγαπημένη στιγμή της συναυλίας ήταν το encore, όπου τραγούδησε το αριστουργηματικό No. Η απαραίτητη πολιτική - τολμώ να πω αριστερής απόχρωσης - πινελιά είχε προστεθεί, από έναν δημιουργό που επιμένει να δίνει κοινωνικοπολιτική κατεύθυνση στη μουσική του.

Κλείνοντας, είναι άδικο να μην γίνει αναφορά στον ικανοποιητικό ήχο του live και γενικά στην πολύ καλή διοργάνωση. 


Με αυτή τη συναυλία ο Nicolas Jaar επιβεβαίωσε για ακόμα μια φορά ότι είναι ένας από τους πρωταγωνιστές της σύγχρονης ηλεκτρονικής σκηνής. Είμαι σίγουρος ότι στα επόμενα χρόνια μας επιφυλάσσει πολλές καλλιτεχνικές εκπλήξεις και έχω την προσδοκία ότι η μουσική του θα αποδειχθεί διαχρονικά σημαντική.


1/10/17

I've been daydreaming my entire life

Ο τίτλος του mix αποτελεί και τον τίτλο τραγουδιού του Washed Out από το άλμπουμ του Mr. Mellow. Η φωτογραφία είναι της L.


9/8/17

Μικρά κείμενα στο Progrocks.gr


Τα τελευταία τέσσερα πλέον χρόνια, είμαι σταθερό μέλος της συντακτικής ομάδας του Progrocks.gr, της μοναδικής ελληνικής ιστοσελίδας που έχει ως επίκεντρο το progressive rock. Βέβαια, αν και μου αρέσει πολύ το συγκεκριμένο ροκ παρακλάδι, ποτέ δεν μπόρεσα να του αφιερωθώ ολοκληρωτικά, όπως - για να είμαι ειλικρινής - και σε κανένα άλλο μουσικό είδος. Ωστόσο, οι ορίζοντες του Progrocks.gr είναι πολύ διευρυμένοι, έτσι μου δίνεται η δυνατότητα να γράψω κείμενα για κυκλοφορίες που πραγματικά βρίσκω ενδιαφέρουσες, έξω από τα δεδομένα όρια του progressive rock και την ίδια στιγμή μακριά από παροδικές hype τάσεις. 

Αυτό κυρίως συμβαίνει, όταν καλούμαι να συμμετέχω με ένα μικρό κείμενο σε ένα μεγαλύτερο άρθρο ή αφιέρωμα, το οποίο έχουν επιμεληθεί πολλοί συντάκτες. Με αυτόν τον τρόπο ταυτόχρονα εξασκούμαι στην πιο περιορισμένη σε λέξεις κειμενική δομή, μια πρόκληση για έναν φιλόλογο που αγαπά τη δουλειά του...

Έτσι, παρακάτω μεταφέρω μερικά μικρά κείμενα που έχω γράψει για λογαριασμό του Progrocks.gr, ως μέρος ευρύτερων άρθρων, με το πιο πρόσφατο δημοσιευμένο μόλις πριν λίγες μέρες. Ευκαιρία να θυμηθούμε τρία άλμπουμ, ένα τραγούδι και μία συναυλία. 


Alfa Mist – Antiphon
(Pink Bird Recording Co.)

Με το project Antiphon, o Βρετανός μουσικός και παραγωγός Alfa Mist προσθέτει τη δική του “φωνή”, δηλαδή άποψη, σε αυτό το πρόσφατο φρεσκάρισμα της jazz μουσικής, που πραγματοποιείται από καλλιτέχνες όπως ο Kamasi Washington και οι Yussef Kamaal. Στο άλμπουμ συνδυάζεται το mellow jazzy hip-hop σχολής Nujabes με τον ελεύθερο bebop αυτοσχεδιασμό. Με την εναρκτήρια δεκάλεπτη σύνθεση Keep On αποκαλύπτεται ένα πλήρες καλλιτεχνικό σύμπαν αστικής μελαγχολίας, ζεστών μελωδιών και ήπιου πειραματισμού. Η απλή δομή του hip-hop βρίσκεται στο παρασκήνιο, ενώ πρώτο ρόλο έχουν το τεχνικό και ευφάνταστο παίξιμο των πνευστών, της κιθάρας, των πλήκτρων και των κρουστών. Φυσικά, κυρίαρχο είναι ένα κλίμα εσωστρέφειας, η οποία όμως δεν αποκλείει τις κλιμακώσεις, όπως στο κομμάτι Errors.

Κι αν ακόμα αναρωτιέστε για ποιο λόγο προτείνεται ένα jazzy downtempo άλμπουμ σε μία ιστοσελίδα αφιερωμένη στο progressive rock, δεν έχετε παρά να ακούσετε το απρόσμενο κλασικότροπο φινάλε του τραγουδιού Breathe, με τα υπέροχα φωνητικά της Kaya Thomas-Dyke.


(Out of prog 2017 #1)

Pumarosa, Cecile
(Pumarosa EP, Fiction Records, 2016) 

Είναι post punk; Είναι shoegaze; Ή μήπως θα ήταν καλύτερο απλά να το χαρακτηρίσουμε ως χορευτικό indie rock; Το τραγούδι Cecile των Λονδρέζων Pumarosa αψηφά τις συνηθισμένες στιλιστικές μας οριοθετήσεις, συνδυάζοντας τις σκοτεινότερες στιγμές των Cure, τον ξεσηκωτικό ρυθμό των LCD Soundsystem και ένα στοιχείο αγριεμένης free jazz. Τα φωνητικά της Isabel Munoz-Newsome, αν και επηρεασμένα ισάξια από την Siouxsie Sioux και την Kate Bush, έχουν έντονη προσωπική σφραγίδα, μεταφέροντας ένταση, πάθος αλλά και ένα τελετουργικό κλίμα.

Αδράξτε της ευκαιρίας να ανακαλύψετε τους Pumarosa, μία από τις πιο ελπιδοφόρες και φρέσκιες μπάντες της indie / alternative rock σκηνής.


(20 τραγούδια του 2016 που πρέπει να ακούσεις)

David Bowie, Heroes
(RCA Records, 1977)

Στο Heroes του 1977, o David Bowie παρουσίασε ένα «μικτό, αλλά νόμιμο» και τελικά ιδιοφυές είδος ροκ μουσικής. Έχοντας πλάι του κάποιους από τους σημαντικότερους μουσικούς μεταπολεμικά, κυρίως του Brian Eno και Robert Fripp και βέβαια τον Tony Visconti στην παραγωγή,  έφερε κοντά το ιδρωμένο rock n’ roll, όπως το είχαν εξελίξει καλλιτέχνες από τους Rolling Stones ως τους Velvet Underground με την πολύπλευρη πειραματική μουσική: ambient, avant-garde και κυρίως krautrock. Μάλιστα, στη δεύτερη πλευρά του δίσκου, κυριαρχούν εσωστρεφείς και αινιγματικές συνθέσεις, επηρεασμένες αισθητά από τους Γερμανούς πρωτοπόρους. Άλλωστε, ήδη αρκετά πρώιμα οι Neu!, σε τραγούδια όπως το Hallogallo (1971), άνοιξαν τον δρόμο για ένα πειραματικό rock μινιμαλιστικής αντίληψης. Ωστόσο, ο Bowie προικίζει αυτή την αντίληψη με ροκ αλητεία, ποπ μελωδία και τη δική του ιδιαίτερη καλλιτεχνική αισθητική, για να μας δώσει τραγούδια που ακόμα προβληματίζουν και εμπνέουν σε κοινωνικό, προσωπικό και υπαρξιακό επίπεδο. Με το Heroes o David Bowie γι’ ακόμη μια φορά αναδείχθηκε σε έναν αδιαφιλονίκητο μουσικό ήρωα των μοντέρνων καιρών.

(11 επιχειρήματα υπέρ της αθανασίας)

Bambi Davidson, Brunswick
(Claremont 56, 2015)

Πυρήνας των Bambi Davidson είναι οι παλιοί και έμπειροι μουσικοί Hans-Christian Fuss και Robin Van Velzen. Το 2015, δεκαπέντε χρόνια μετά το ντεμπούτο τους, επέστρεψαν με το Brunswick στη δισκογραφική Claremont 56. Σε αυτό το άλμπουμ η καθαρή έμπνευση και η καλλιτεχνική επεξεργασία συμβαδίζουν αρμονικά. Οι επιρροές  πλούσιες και προσεκτικά επιλεγμένες συγχωνεύονται στο ιδιαίτερο ύφος της μπάντας: η γοητεία της επανάληψης του krautrock όπως το δίδαξαν οι Neu!, η εσωστρέφεια και ο πειραματισμός των ύστερων Talk Talk και ο εξομολογητικός τόνος του Springsteen στο Nebraska συνυφαίνονται από τους Bambi Davidson, ώστε να εκφράσουν νοσταλγία, ειρωνεία, αλλά και μία δύσκολη αισιοδοξία.

(11 albums του 2015 που πρέπει να ακούσεις)

Ως bonus, η κάπως πιο φλύαρη ανταπόκριση από ένα φουλ αξιομνημόνευτο live!

Και αντί επιλόγου, ας ακούσουμε το εξής.

3/7/17

Τζάστενη

 
Νέο καλοκαιρινό σετ, με τα αγαπημένα μου και πιο πολυπαιγμένα tracks κατά τους τελευταίους δύο μήνες, το οποίο και ακούγεται ιδανικά την ώρα του δειλινού σε μια από τις καλύτερες πηλιορειτικες παραλίες, τη Τζάστενη. 

Πληροφορίες σχετικά με κάποιο κομμάτι ή και ολόκληρο το tracklist, επικοινωνήστε εδώ ή, απλά, αφήστε ένα σχόλιο.

Καλή ακρόαση!

16/6/17

Vasili - Unity Through Diversity (2017, self released)


Ο Βασίλης Βρακάς είναι ένας Έλληνας μουσικός που τα τελευταία 16 χρόνια ζει και δραστηριοποιείται στη Νέα Ζηλανδία. Εδώ και τρία περίπου χρόνια παρακολουθώ τα βήματα του στον κόσμο της μουσικής, μάλιστα, το καλοκαίρι που μας πέρασε, ήρθε στην Ελλάδα και βρεθήκαμε και από κοντά, έχοντας μια πολύ ωραία κουβέντα. 

Η νοοτροπία του Βασίλη, όσον αφορά τη δημιουργία και την κυκλοφορία της μουσικής, χαρακτηρίζεται από χαμηλούς τόνους, εσωστρέφεια και ουσία. Δεν τον ενδιαφέρει η πλατιά εμπορική απήχηση, αλλά η ουσιώδη επικοινωνία με τον ακροατή. Στο πιο πρόσφατο άλμπουμ του, που έχει τίτλο Unity Through Diversity, κατορθώνει να στείλει ένα πλήρες καλλιτεχνικό μήνυμα. Μάλιστα, προκειμένου να με βοηθήσει να κατανοήσω και να παρουσιάσω αυτό το άλμπουμ, μου έστειλε ένα επεξηγηματικό κείμενο, στοιχεία από το οποίο θα αξιοποιήσω στη συνέχεια.  

To Unity Through Diversity, κατά τη γνώμη μου, αποτελεί την καλύτερη του δουλειά, μετά το Last Warrior EP του 2014. Σε αυτό το άλμπουμ ο Βασίλης κινείται σε κοντινά μονοπάτια με εκείνο το EP, καθώς η έντονη αίσθηση του χορευτικού ρυθμού συνδυάζεται με την πνευματικότητα. Προκειμένου να επιτευχθεί αυτός ο συνδυασμός, δίνεται πρωτοκαθεδρία τόσο στα αφαιρετικά, επαναληπτικά synth μοτίβα του techno ιδιώματος, όσο και στα tribal κρουστά. Ο ίδιος μου έγραψε ότι είναι επηρεασμένος από τα mantra, δηλαδή τα επαναλαμβανόμενα μουσικά θέματα ινδικής παράδοσης,  που οδηγούν στη φώτιση. Γενικότερα σε αυτή του τη δουλειά, δίνει πρωταγωνιστικό ρόλο στην ψυχολογική και πνευματική σημασία του ρυθμού, τον οποίο μοιράζονται όλοι πολιτισμοί του κόσμου από την πρωτόγονη ακόμα εποχή.

Η δομή της κάθε σύνθεσης είναι χτισμένη με προσοχή, καθώς οδηγεί σε μια κορύφωση από την οποία λείπει ο εύκολος εντυπωσιασμός. Αντιθέτως τα κομμάτια χαρακτηρίζονται από μια ήρεμη και σίγουρη αισιοδοξία.  Όπως μου γράφει ο Βασίλης, με αυτό το άλμπουμ επιθυμεί να κάνει ένα statement: σε μια εποχή που κατακλύζεται από βία και μίσος, βγάζει στην επιφάνεια την επιθυμία των ανθρώπων για ισότητα και ενότητα. Unity through diversity

Όπως γίνεται κατανοητό, ένα άλμπουμ σαν το συγκεκριμένο ιδανικά ακούγεται ολόκληρο, αλλά - όπως και να το κάνουμε- έχω ξεχωρίσει κάποιες συνθέσεις, ειδικότερα δύο. 

 
Η πρώτη τιτλοφορείται Te Kari Kotiro. Είχα την εύλογη απορία σε ποια γλώσσα είναι ο τίτλος και ποιο το νόημα του. Ο Βασίλης με πληροφόρησε ότι πρόκειται για τη γλώσσα τον Maori, του ιθαγενούς δηλαδή λαού της Νέας Ζηλανδίας και μεταφράζεται ως "Το Κορίτσι του Κήπου". Το συγκεκριμένο κομμάτι είναι αφιερωμένο στην μεγάλη του κόρη και ουσιαστικά εκφράζει την έγνοια του ώστε εκείνη να διατηρήσει τη φαντασία και την αθωότητα της ανόθευτες. Εγώ, ακούγοντας το Te Kari Kotiro, ένιωσα σαν βρισκόμουν σε ένα ψηλό σημείο και να αγνάντευα τα διάφορα επίπεδα του τοπίου ως το τέρμα του ορίζοντα.  Έτσι και στο κομμάτι γίνεται ένα παιχνίδι με τα επίπεδα έντασης του ήχου, τα οποία εναρμονίζονται  για να κορυφωθούν σε ένα κρεσέντο ήρεμης δύναμης.

 
Το δεύτερο track που ξεχώρισα ήταν το Never Ending Pleasure, με το οποίο κλείνει το άλμπουμ.  Εδώ η ένταση του ρυθμού υποχωρεί, τα κρουστά απλώνονται χαλαρωτικά, ενώ οι απλές, μινιμαλιστικές μελωδίες στο πιάνο οδηγούν σε ακόμα μια εσωστρεφή κορύφωση. Ο Βασίλης μου έγραψε ότι εδώ εμπνεύστηκε από τον Πέρση θεολόγο και ποιητή Τζελαλεντίν Ρουμί, από τον οποίο ξεκίνησε η παράδοση των περιστρεφόμενων δερβίσηδων. Το Never Ending Pleasure αποτελεί τον ιδανικό επίλογο του άλμπουμ, καθώς σε αυτό επανέρχονται οι προβληματισμοί και οι ιδέες του Unity Through Diversity: η πανάρχαια προέλευση του μουσικού χορευτικού ρυθμού, ως το μέσο για την ψυχική ισορροπία και το αίτημα για την αλήθεια και ευτυχία σε έναν ταραγμένο κόσμο. 

Εγώ, με την ακρόαση του Never Ending Pleasure, συνέδεσα τις παραπάνω αναφορές με ακόμα μία, πιο προσωπική. Για αρκετά χρόνια θεωρούσα ότι η ικανοποίηση κάθε επιθυμίας μπορεί να οδηγήσει τον άνθρωπο στην μαλθακότητα και στον πνευματικό περιορισμό. Αντιθέτως, πλέον έχω βεβαιωθεί ότι, όταν ο άνθρωπος είναι ισορροπημένος, η επιθυμία του έχει μέτρο και αρμονία, οπότε και η ικανοποίησή της μπορεί να οδηγήσει στην ευτυχία, τη δική του και των άλλων. Η καταληκτήρια σύνθεση του Unity Through Diversity δίνει μουσική, καλλιτεχνική μορφή σε αυτό ακριβώς το πιστεύω.

Μπορείτε να κάνετε free download του άλμπουμ εδώ.
Για περισσότερα: http://vasili.website/ 

8/5/17

Aton.ality - I (2017, self released)




Αν η παγκοσμιοποίηση της αγοράς έχει κατά κύριο λόγο αρνητικές συνέπειες στη ζωή μας, η παγκοσμιοποίηση του πολιτισμού μόνο θετικά αποτελέσματα μπορεί να φέρει. Και, για να πάμε από το γενικό στο συγκεκριμένο, ποιός θα μπορούσε να φανταστεί ότι σε μια μικρή πόλη στην άκρη του κόσμου, συναντάμε μια μπάντα η οποία φέρνει έναν φρέσκο αέρα στο ταλαιπωρημένο post rock ιδίωμα, αλλά και ευρύτερα στο ορχηστρικό ροκ; Ο λόγος για τους Aton.ality από τον Βόλο που κυκλοφόρησαν το πρώτο τους ολοκληρωμένο άλμπουμ πριν λίγο καιρό. 

Βέβαια, στον Βόλο, ειδικότερα κατά τη δεκαετία του '90 δραστηριοποιηθήκαν αρκετά ενδιαφέροντα ροκ συγκροτήματα και οι αιτίες για αυτή την άνθιση ήταν αρκετές: από τη μακρά παράδοση της πόλης στο χώρο της κουλτούρας ως την επιστροφή του ροκ κατά τη δεκαετία του '90, φαινόμενο όχι φυσικά μόνο ελληνικό, αλλά και παγκόσμιο. Οι Aton.ality ανήκουν στον μικρό αριθμό των νέων Βολιωτών καλλιτεχνών, δεν κληρονομούν μονάχα το κλίμα των ένδοξων 90s, αλλά εξελίσσουν και το όλο σκηνικό.


Το πρώτο τους άλμπουμ, με τον λιτό τίτλο Ι, αποτελείται από έξι ορχηστρικές συνθέσεις που ακούγονται ξανά και ξανά. Το πιο αξιόλογο χαρακτηριστικό του συγκροτήματος είναι ότι κατορθώνουν να παντρέψουν ποικίλα μουσικά στιλ δομώντας ένα σύνολο χωρίς παραφωνίες, το οποίο χαρακτηρίζεται από μια κεφάτη αίσθηση τζαμαρίσματος και από μια μεσογειακή φωτεινή ατμόσφαιρα. Οι ίδιοι οι Aton.ality συστήνονται στο κοινό ως μία μπάντα που δημιουργήθηκε σε μία παραθαλάσσια ταράτσα κι αυτή ακριβώς η εικόνα αναδεικνύεται μέσα από τη μουσική τους. 

Το κάθε κομμάτι του άλμπουμ χρειάζεται ξεχωριστή παρουσίαση, καθώς έχει το δικό του χαρακτήρα. Πράγματι, είχα χρόνια να παρουσιάσω έναν δίσκο track by track, οπότε θα προσπαθήσω να είμαι όσο το δυνατόν περιεκτικότερος.


Οι συμπατριώτες μας ξεκινούν δυναμικά και αισιόδοξα με το funk rock του 56 Turkeys, που παράλληλα κλίνει και προς progressive rock φόρμες. Ήδη αντιλαμβανόμαστε τόσο τις τεχνικές ικανότητες των μουσικών, όσο και την τάση τους προς τα αειθαλή 60s και 70s. Στο επόμενο κομμάτι, με τίτλο Refill, η γεύση από την κλασική περίοδο του ροκ είναι εντονότερη, καθώς κυριαρχεί ένα έξυπνο riff που φέρνει στο νου Hendrix και Cream, με τα blues στοιχεία να προσδίδουν αλητεία, νοσταλγία και μελωδικότητα. Ξαφνικά, το σκηνικό βυθίζεται στο ημίφως, καθώς το Chatty Chaf  ξεκινά ήρεμα, με ένα ψυχεδελικό folk χρώμα. Ωστόσο, το ηλεκτρικό ξέσπασμα έρχεται σύντομα, το οποίο μου θύμισε σύγχρονες μπάντες αφαιρετικού, προχωρημένου και την ίδια στιγμή παλιομοδίτικου ροκ, όπως οι πολύ καλοί Time Is A Mountain (αξίζει να ακούσετε το πρώτο τους άλμπουμ).


Η σύνθεση που ακολουθεί, με τίτλο Raft In The Ocean, πιθανότατα αποτελεί την αγαπημένη μου από την όλη δουλειά των Aton.ality, καθώς εδώ διατηρούν μόνο τα ουσιώδη στοιχεία του post rock, αποφεύγοντας τα χιλιοπαιγμένα κλισέ. Οι μινιμαλιστικές κιθαριστικές μελωδίες των Explosions in The Sky συνυφαίνονται με prog rock εγκεφαλικότητα και δυναμικό groove. Το συναίσθημα νοσταλγικό μεν, αλλά καθόλου απαισιόδοξο. 

Στο επόμενο track, με τον κατατοπιστικό τίτλο Raggamufin Mix, επιστρέφουμε σε χαλαρά καλοκαιριάτικα σκηνικά, με τις reggae επιρροές να εισβάλουν έντονα. Κι εδώ όμως οι Aton.ality δεν επαναπαύονται, καθώς εντελώς φυσικά και -θα λέγαμε- αυτοσχεδιαστικά καταλήγουν σε μία μεγαλοπρεπή psych rock μπαλάντα.  Ο επίλογος έρχεται με το Off, στο οποίο η υφέρπουσα σε όλο το άλμπουμ τζαζ αναφορά βγαίνει στην επιφάνεια, καταλήγοντας σε ένα παιχνιδιάρικο τζαμάρισμα. Η σύνθεση κλείνει με ένα φοβερό sample, όπου η μπάντα δικαιολογεί την απόφασή της να μην εμπλέξει τους στίχους στη μουσική της, κάνοντας παράλληλα ένα σατιρικό πολιτισμικό και πολιτικό σχόλιο. 


Πριν κάποια χρόνια είχα παρακολουθήσει μία ζωντανή εμφάνιση των Aton.ality στον Βόλο και μου άρεσαν πολύ, αλλά στο στούντιο καταφέρνουν να ακουστούν πιο ολοκληρωμένοι, χωρίς να προδίδουν τη live αίσθηση. Μου φαίνεται πάρα πολύ αξιόλογο ότι επιλέγουν να προσφέρουν δωρεάν τη μουσική τους, σε ψηφιακή μορφή. Ωστόσο, ομολογώ πως θα έδινα χρήματα για να αγοράσω το άλμπουμ τους σε μία πιο χειροπιαστό format, ακόμα και σε βινύλιο... γιατί όχι; 

Ο Βόλος χρειάζεται καλλιτέχνες σαν τους Aton.ality, οι οποίοι μας ξεκαθαρίζουν ότι ζούμε σε μία πόλη με πλούσια πολιτιστική παράδοση και αναμφίβολη ροκ σφραγίδα.

29/4/17

37°C – Sidarta (2017, Discom)

Ασυμβίβαστα καλλιτεχνικό prog rock από την πρώην Γιουγκοσλαβία

Οι 37°C αποτελούνται από μία ομάδα εξαιρετικών μουσικών, οι οποίοι συνεργάστηκαν στο Βελιγράδι κάπου στα τέλη της δεκαετίας του 1970 με επικεφαλής τον κιμπορντίστα Zdenko Radeta. Το έργο της μπάντας είναι περιορισμένο σε διάρκεια, πέντε συνθέσεις οι οποίες δεν ξεπερνούν τα 45 λεπτά, και έρχεται πρώτη φορά στο φως σε μια προσεγμένη βινυλιακή κυκλοφορία από τη σερβική ανεξάρτητη δισκογραφική Discom.

Περισσότερα στο Progrocks.gr

7/3/17

Paranoise guest mix

Το ambient και εσωστρεφές guest mix που ετοίμασα για το Paranoise Radio. Όμως, ακούγοντάς το, πιθανότατα θα καταλήξετε σε χαλαρές χορευτικές κινήσεις...

This is my introverted ambient guest mix for Paranoise Radio. Nevertheless, in the end you'll probably make slight dance moves...




Tracklist

Prins Thomas – D (Dungen Remix)
Troels Hammer - Trans-For-Mation
Roberto Musci - Nexus On The Beach
Atlanter - Merula (Prins Thomas Mix)
Islandman – Agit
Fontän – Sen Sen No Sen
Vasili – Dance With Me
Francis Bebey - Forest Nativity (Red Axes Edit)
DJ Sotofett - Drippin For 97 Mix
Afro Cult Foundation - The Quest
Cantoma – Sea Of Blue



more info

23/1/17

Δύο ελληνικές disco μπαλάντες των late 70s


 Αρκετοί ακροατές, ειδικά όσοι προτιμούν πιο κλασικά ροκ ακούσματα, αντιμετωπίζουν τα τελευταία χρόνια της δεκαετίας του ’70 με μία απαξίωση. Από την άλλη, από το 2000 περίπου έχει αναπτυχθεί μία τάση επανεκτίμησης και αναβίωσης της disco και της πρώιμης χορευτικής ηλεκτρονικής μουσικής των late 70s. Βέβαια, ένας φίλος του post punk και του new wave πάντα θα συνδέει αυτή την περίοδο με τις αγαπημένες του μουσικές. Επομένως, παρόλο που τα τέλη των 70s αναμφίβολα χαρακτηρίζονταν από την ασφυκτική πλέον επιρροή των οικονομικών συμφερόντων στην καλλιτεχνική δημιουργία, αποτέλεσαν μία πολύ ενδιαφέρουσα περίοδο, κυρίως επειδή ο ακόμα πρώιμος ηλεκτρονικός ήχος άρχισε να εισβάλει παντού, στο rock, στη disco, ακόμα και στο ελαφρύ τραγούδι, εισβολή που γιγαντώθηκε  στην επόμενη δεκαετία.

Στη συγκριτικά μικρή μουσική σκηνή της χώρας μας, οι εντόπιοι καλλιτέχνες ακολουθούσαν με θάρρος και δημιουργικότητα τις εξελίξεις στο εξωτερικό, όσο βέβαια τους επέτρεπαν οι οικονομικές, πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες των διόλου εύκολων μεταπολεμικών ετών. Έτσι και στα τέλη της δεκαετίας του ’70, στην Ελλάδα αναπτύχθηκε μία αξιοπρόσεκτη disco σκηνή, την οποία ειδικά οι φίλοι του συγκεκριμένου είδους έχουν ψάξει ελάχιστα, χάνοντας μερικά καταπληκτικά τραγούδια και, σπανιότερα, ολόκληρα άλμπουμ. Μάλιστα, κάποιοι συνθέτες πρωτοπόρησαν ακόμα περισσότερο, παντρεύοντας το electrodisco στιλ με στοιχεία του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού, το οποίο στα 70s είχε τις δικές του κορυφαίες στιγμές. 

Ως αντιπροσωπευτικά δείγματα αυτής της ελληνικής disco άνθησης, πιο συγκεκριμένα της λιγότερο χορευτικής και πιο «μπαλαντοειδούς» πλευράς της, παρουσιάζω δύο τραγούδια που έχω ξεχωρίσει. Όπως θα διαβάσετε στη συνέχεια, υπεύθυνοι για αυτά είναι σημαντικοί Έλληνες καλλιτέχνες.

Το πρώτο είναι το Loves Fool της Sigma Fay, από το ομώνυμο ντεμπούτο άλμπουμ της που κυκλοφόρησε το 1979. Όπως πληροφορούμαστε από το Discogs, το πραγματικό όνομα της Sigma Fay είναι Ευγενία Αθανίτη, είναι αδερφή της διάσημης ηθοποιού Κατιάνας Μπαλανίκα και σύζυγος του πάλαι ποτέ drummer των Aphrodites Child, Λουκά Σιδερά. Στη διάρκεια μίας κουβέντας με έναν φίλο, γνώστη των 70s, έμαθα ότι η Sigma Fay προωθήθηκε στην ελληνική μουσική σκηνή με σκοπό να κάνει μεγάλη εμπορική επιτυχία, ανταγωνιζόμενη, στο πλαίσιο της ντόπιας αγοράς, μεγάλα ονόματα του εξωτερικού. Δεν νομίζω να το πέτυχε, αν και κάποια τραγούδια της ακούστηκαν στις ντισκοτέκ της εποχής. Πάντως το ντεμπούτο της είναι ένα αξιοπρεπέστατο disco άλμπουμ, με ωραίες μελωδίες και προσεγμένη παραγωγή και ενορχήστρωση, κάτι αναμενόμενο αφού στο τιμόνι είναι ο Λουκάς Σιδεράς.


Το τραγούδι Loves Fool αποτελεί την κλασική μπαλάντα του δίσκου και, κατά τη γνώμη μου, ξεχωρίζει. Ένα pop διαμάντι, που με έναν περίεργο τρόπο θυμίζει Kate Bush. Η φωνή της Sigma Fay αποπνέει φρεσκάδα και αθωότητα, καθώς δηλώνει μετανιωμένη που άφησε το amore της να της φύγει. Ωστόσο, κάτω από την pop επιφάνεια χτυπά μία αδιαμφισβήτητα rock καρδιά. Η σύνθεση και οι στίχοι του τραγουδιού ανήκουν στην Ariadne MacKinnon Andrew, μία περίεργη περίπτωση στην ελληνική μουσική. Πέρα από τον πρωταγωνιστικό της ρόλο στο ντεμπούτο της Sigma Fay, η MacKinnon Andrew έχει συνεργαστεί με την αφρόκρεμα του ελληνικού rock των 70s  (Γιώργος Ρωμανός, Δημήτρης  Πουλικάκος, Ακρίτας, P.L.J. Band κ.α.) Το ’81 κυκλοφόρησε ένα προσωπικό άλμπουμ, Naughty Dreams, ενώ το ’93 συμμετείχε στο συγκρότημα Cool-S. Η μουσική της, όπως διακρίνεται ήδη από τους τίτλους,  έχει ένα σατιρικό πνεύμα. Μία πολύ ενδιαφέρουσα καλλιτέχνιδα, για την οποία γνωρίζουμε πολύ λίγα. Πιθανότατα οι παλιότεροι μουσικοκριτικοί μπορούν να βοηθήσουν.

Το δεύτερο τραγούδι που επέλεξα αποτελεί επίσης μία ερωτική μπαλάντα, αλλά διαφοροποιείται αρκετά από το Loves Fool της Sigma Fay, τίτλος του Τι να μας κάνει η νύχτα, με τραγουδίστρια τη Χριστιάνα σε σύνθεση και στίχους του Κώστα Τουρνά. Το συγκεκριμένο τραγούδι συμπεριλαμβάνεται στο ομώνυμο άλμπουμ της Χριστιάνας, που κυκλοφόρησε το 1980. 

Αν το Loves Fool αφήνει τη γεύση μίας ρομαντικής ερωτικής μελαγχολίας, το Τι να μας κάνει η νύχτα αναδεικνύει μία ανατολίτικη ηδυπάθεια, στοιχείο που οφείλεται, θεωρώ, σε τρία συστατικά: στον απλό αλλά ποιοτικό ελληνικό στίχο, που δίνει μία διάσταση κισμέτ στον έρωτα, στην εξαιρετική ερμηνεία της Χριστιάνας και τέλος στην αρμονία που κατόρθωσε ο Τουρνάς ανάμεσα στο λαϊκό τραγούδι και τον synth ήχο της εποχής. Αν και πολλές ανάλογες απόπειρες της ίδιας περιόδου κατέληγαν σε τραγούδια που τουλάχιστον σήμερα ακούγονται παρωχημένα, το Τι να μας κάνει η νύχτα κουβαλά όχι μόνο μία ρετρό γοητεία αλλά και συναισθηματική ειλικρίνεια.


Η Χριστιάνα θεωρείται μία από τις σημαντικότερες λαϊκές φωνές της δεκαετίας του ’70, με πρώτη της εμφάνιση στο πλευρό του Δημήτρη Μητροπάνου στο «θεοδωρακικό» Τα Κήθυρα ποτέ δεν θα τα βρούμε (1973) σε μουσική του Γιώργου Κατσαρου και στίχους του Ηλία Λυμπερόπουλου. Ο Κώστας Τουρνάς πάλι, οχτώ χρόνια μετά το κορυφαίο του ντεμπούτο Απέραντα Χωράφια (1972), έχει ήδη εξοικειωθεί με το disco στιλ φτάνοντας σε ενδιαφέροντα αποτελέσματα. Έτσι, για ένα τραγούδι ξεκάθαρα λαϊκό ως προς τη σύνθεσή του επιλέγει μία ενορχήστρωση που χαρακτηρίζαμε ως electro reggae, θυμίζοντας το Private Life της Grace Jones, το οποίο κυκλοφόρησε το 1980, δηλαδή την ίδια χρονιά με το Τι να μας κάνει η νύχτα. Άλλωστε, αν και η Χριστιάνα τραγουδά καταπληκτικά, σκεφτόμαστε να το αποδίδει η μοναδική φωνή του Κώστα Τουρνά. Θα ήθελα, λοιπόν, μία ωραία στουντιακή slow εκτέλεση από τον ίδιο, καθώς συχνά το συμπεριλαμβάνει στις live εμφανίσεις του.

Αυτά τα δύο τραγούδια, αν και αρκετά διαφορετικά μεταξύ τους, σαν να αλληλοσυμπληρώνονται, καθώς το μεν Loves Fool κοιτά στη Δύση και αναφέρεται σε ένα χαμένο ιδανικό, ενώ το Τι να μας κάνει η νύχτα έχει τις ρίζες του στην δική μας μουσική παράδοση κι έτσι έχει μια οικεία συναισθηματική ζεστασιά. Φαντάζομαι σε κάποιο μπαρ έναν DJ τις μεταμεσονύκτιες ώρες να επιλέγει τα δύο κομμάτια back-to-back, χωρίς καμία διάθεση για ρετρό kitsch παιχνίδια. Άλλωστε, οι προθέσεις σε αυτό το κείμενο δεν σχετίζονται ούτε με την εξύμνηση της μουσικής του παρελθόντος, ούτε με την κυρίως hipster αναβίωση αναμνηστικών μιας παλιάς φάσης της pop κουλτούρας. Αντιθέτως, βασικός σκοπός του άρθρου είναι να στρέψω την προσοχή σας σε δύο αξιόλογα ελληνικά τραγούδια. 

Εικόνα