14/11/17

Η μαγεία των Raïna Raï


Όπως συμβαίνει με πολλά διάσημα μοντέρνα μουσικά είδη, έτσι και η μουσική raï  της Αλγερίας έχει την προέλευσή του στις παρυφές τις κοινωνίας, στα χαμηλά λαϊκά στρώματα. Αρχικά αναπτύχθηκε κατά τις δεκαετίες του 1920 και του 1930 στις φτωχογειτονιές του Οράν, οι οποίες όμως διακρίνονταν από μία μεσογειακή πολυπολιτισμικότητα, καθώς εκεί συνυπήρχαν Άραβες με Ισπανούς, Γάλλους και Εβραίους. Μέσω του νέου αυτού είδους, το οποίο έφερνε κοντά στοιχεία της Αραβικής παράδοσης μαζί με αυτά της μουσικής των προαναφερθέντων λαών, οι νέοι της πόλης εξέφραζαν έγνοιες και όνειρα που ξέφευγαν από τα όρια του μουσουλμανισμού. Το raï , ως μία καθαρά κοσμική μουσική, πλήρωσε σε όλη του την πορεία την αντίθεσή του με τον ισλαμικό φονταμενταλισμό. Και η πορεία του υπήρξε σημαντικότατη. Ανέδειξε σημαντικούς, αλλά άγνωστους στο ευρύ κοινό συνθέτες, όπως ο τρομπετίστας Messaoud Bellemou, ιστορικές φωνές, όπως η Cheikha Rimitti και μεγάλους σταρ που, στις καλύτερές τους στιγμές, συνδυάζουν την ποιότητα με την εμπορική απήχηση, όπως ο πολύς Khaled. Στο Music On Air έχω αφιερώσει μία ανάρτηση, στη μορφή που ονομάζεται Rachid Taha.

Σε αυτό το κείμενο θα ασχοληθούμε με μία από τις αγαπημένες μου raï  μπάντες, τους  Raïna Raï , οι οποίοι είναι ελάχιστα γνωστοί στο ελληνικό κοινό. Θεωρώ ότι οι θιασώτες της αραβικής σκηνής, ειδικά της Βόρειας Αφρικής, πρέπει τους συμπεριλάβουν στα ακούσματά τους. 

Οι Raïna Raï  δημιουργήθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 1980 στην πόλη Sidi Bel Abbès, που βρίσκεται δίπλα στο Οράν. Το στιλ τους αποτελεί ένα υβρίδιο ανάμεσα στο raï , τη μουσική gnaoui με πανάρχαια παράδοση στις φυλές της Σαχάρας και στο ροκ, ειδικότερα εκείνο των 60s και των 70s. Έτσι, ο ήχος τους είναι τραχύς και πλούσιος, βασισμένος σε πολυσύνθετα ρυθμικά μοτίβα κρουστών, για τα οποία κυρίως υπεύθυνος είναι ο drummer Hachemi Djellouli και στις εκφραστικότατες μελωδίες τις κιθάρας του Lotfi Attar, το παίξιμο του οποίου ισορροπεί ιδιοφυώς ανάμεσα στο blues rock του Hendrix και το latin rock του Santana από τη μία πλευρά και το στιλ του raï πρωτοπόρου Messaoud Bellemou από την άλλη.


Η πρώτη κυκλοφορία των Raïna Raï πραγματοποιήθηκε το 1983, με το άλμπουμ Hagda που κατά τη γνώμη μου είναι κορυφαίο. Σχεδόν από την πρώτη ακρόασή του με γοήτευσε τόσο η τραχύτητα του ήχου, που δίνει έναν ακατέργαστο, underground αέρα, όσο και οι φανταστικές μελωδίες. Στη μεγαλύτερη επιτυχία του συγκροτήματος, στο τραγούδι Ya Zina, λες και οι μεσογειακοί λαοί εξομολογούνται τον έρωτά τους στην θάλασσα που τους ενώνει.

Ίσως στην αρχή το βίντεο, με την παλαιότητα και την DIY άποψή του, σας ξενίσει, αλλά συμβουλεύω να αφεθείτε στην σκονισμένη ατμόσφαιρά του.


Μετά το ντεμπούτο τους, το οποίο σημειωτέον γνώρισε μεγάλη επιτυχία στην Αλγερία και σε γειτονικές χώρες, όπως το Μαρόκο, οι Raïna Raï  συνέχισαν την καριέρα τους, κυρίως κατά τη διάρκεια των δεκαετιών του 1980 και 1990, με στούντιο, αλλά και live άλμπουμ. Μάλιστα εκείνα τα χρόνια περιόδευσαν σε ολόκληρο τον κόσμο, δίνοντας συναυλίες οι οποίες πρέπει να ήταν ανεπανάληπτες. Μόνο σκεφτείτε πως συνεργάστηκαν με καλλιτέχνες όπως ο Manu Dibango και ο Alpha Blondy.

Από το δεύτερο άλμπουμ τους, Raïna Hak που κυκλοφόρησε από την ιστορική δισκογραφική Maison d'édition Rachid et Fethi , ξεχώρισα το ορηστρικό Amarna, μάλλον αφιερωμένο στον πιο βασικό τραγουδιστή της μπάντας Djilali Razkallah, ο οποίος ήταν γνωστός με το ψευδώνυμο Djilali Amarna:


Μαζί με τον Lotfi Attar, ο Djilali ήταν το πιο σημαντικό μέλος των Raïna Raï , ένας άνθρωπος με καταπληκτικό ταλέντο, ο οποίος τραγουδούσε, χόρευε και εμψύχωνε την μπάντα με πάθος. Οι δύο φίλοι το 1987 εγκατέλειψαν τους Raïna Raï  και σχημάτισαν το γκρουπ Amarna, το οποίο διατήρησαν ως το 1992, με μια κατεύθυνση που ενώ ήταν αδιαπραγμάτευτα ροκ, ευνοούσε τον αυτοσχεδιασμό και συνδεόταν με τη μουσική παράδοση, καθώς και με τους κοινωνικοπολιτικούς αγώνες του αλγερινού λαού. Βέβαια, η δύσκολη πολιτική κατάσταση στην Αλγερία απασχολούσε και τους Raïna Raï.  Άλλωστε μια ανάγνωση του βίου του Lotfi Attar είναι ενδεικτική για τη βαθιά σχέση του εν λόγω καλλιτέχνη με τις περιπέτειες και τα τραύματα της πατρίδας του. Και φυσικά αυτή η σχέση προκύπτει αβίαστα κάθε φορά που πιάνει στα χέρια του την ηλεκτρική κιθάρα. 


Εντωμεταξύ, οι Raïna Raï , συνηθισμένοι από τη συχνή εναλλαγή μελών, συνέχισαν την πορεία τους, κατορθώνοντας το 1993 να κυκλοφορήσουν ένα από τα καλύτερά τους άλμπουμ, το Zaama. Σε σχέση με τα άλμπουμ που συμμετείχαν οι Attar και Amarna, εδώ ο ήχος είναι πιο εκλεπτυσμένος και η όλη προσέγγιση πιο ποπ, ακολουθώντας την ποιοτική και εμπορική άνοδο του raï στα 90s, όταν δηλαδή τραγουδιστές όπως ο Khaled, o Rachid Taha και ο Cheb Mammi έβγαζαν τις καλύτερές τους δουλειές.


Παρόλο που η ακμή της μπάντας πραγματοποιήθηκε στα 80s και στα 90s, η οποία άλλωστε επισφραγίστηκε με την πρώτη τους διάλυση το 2001, η πορεία τους συνεχίζεται ως σήμερα, κυρίως μέσω πρωτοβουλιών του Lotfi Attar. Δυστυχώς το 2007, ο Djilali Amarna έφυγε από τη ζωή, υποκύπτοντας  στον καρκίνο του στομάχου που τον ταλαιπωρούσε χρόνια.

Αλλά, όπως ήδη τόνισα, ο κύριος Attar κρατά το όνειρο ζωντανό με περίσσιο ενθουσιασμό, όπως φαίνεται και στο παρακάτω βίντεο, στο οποίο βλέπουμε απόσπασμα από τη συναυλία επιστροφής των Raïna Raï στη γενέτειρά τους Sidi Bel Abbès, με τη συμμετοχή δύο πολύ παλιών μελών του γκρουπ, του drummer Hachemi Djellouli και του τραγουδιστή Kada Zina.


Αν έχετε όρεξη να εξερευνήσετε το μουσικό ιδίωμα του raï , πρέπει να οπλιστείτε με ψυχραιμία, καθώς είναι αρκετά συνήθης η συνάντηση με καλλιτέχνες και τραγούδια που ανήκουν στον κόσμο του κιτς και του κακού γούστου. Παράλληλα όμως θα ανταμειφθείτε με μερικές από τις πιο κορυφαίες στιγμές της παγκόσμιας σύγχρονης σκηνής των τελευταίων πενήντα ετών τουλάχιστον. Πλέον έχω τη βεβαιότητα ότι οι Raïna Raï είναι υπεύθυνοι για αρκετές από αυτές τις στιγμές. 

6/10/17

Ο Nicolas Jaar στη Θεσσαλονίκη (Principal Club Theatre, 4/10)

Παρόλο που, περίπου από το 2011, ο Nicolas Jaar έχει κερδίσει όχι μόνο την εκτίμηση των πιο ψαγμένων ακροατών, αλλά και την αποδοχή ενός πολύ ευρύτερου κοινού, η δική μου σχέση με τη μουσική του βρίσκεται σχετικά στην αρχή της. Λίγο εξαιτίας της φήμης του σε ανθρώπους που αρέσκονται σε mainstream club hits, λίγο εξαιτίας της αποστασιοποίησης μου από τον minimal techno ήχο, τον οποίο ο Jaar ως ένα βαθμό εκπροσωπεί, κρατιόμουν μακριά από τη δουλειά του. Πριν 2-3 χρόνια είχα ακούσει το ωραιότατο project του Darkside, αλλά πραγματικά "κόλλησα" πέρσι, με το άλμπουμ Sirens, που μου άρεσε τόσο, ώστε το συμπεριέλαβα στο top-10 του 2016. Από τότε, άρχισα να προσεγγίζω τη μουσική αυτού του πολυδιάστατου, σύγχρονου, ανήσυχου καλλιτέχνη. 

Οπότε, όταν ανακοινώθηκε ότι ο Nicolas Jaar θα εμφανιστεί ζωντανά στην Ελλάδα, σχεδόν ενθουσιάστηκα. Η συναυλία του στην Αθήνα συνέπεσε με υποχρεώσεις, αλλά κατάφερα να παρακολουθήσω εκείνη της Θεσσαλονίκης, 4 Οκτώβρη στο Principal. 


Οι εντυπώσεις από τη ζωντανή εμφάνιση του Χιλιανού/ Αμερικάνου καλλιτέχνη ήταν θετικότατες. Κατά τη διάρκεια του live πέρασα τόσο ωραία, ώστε υπέμεινα κάποια χτυπητά μειονεκτήματα:  τις κακές συνθήκες του χώρου -βλέπε υπερβολική ζέστη και κάπνα που έκαναν την ατμόσφαιρα αποπνικτική- αλλά και μία μερίδα του πολυπληθούς κοινού, η οποία κατά βάση δεν ήρθε για να ακούσει μουσική, αλλά για να παρευρεθεί στη ζωντανή εμφάνιση ενός ονόματος με έντονο hype, κουτσομπολεύοντας και απαιτώντας να "βαρέσει περισσότερο". 

Απολαμβάνοντας τον Nicolas Jaar ζωντανά, συνειδητοποίησα πιο ξεκάθαρα ότι η τέχνη του είναι πειραματική και περιπετειώδης, αρνούμενη να μπει σε κάθε είδους καλούπια. Στάθηκε μόνος του  απέναντι σε εκατοντάδες κόσμου, περιτριγυρισμένος από τα synths και τα μηχανήματά του και για δύο ώρες συνδύασε την αληθινά δημιουργική έκφραση με τον επαγγελματισμό. Παρουσίασε το καλλιτεχνικό του όραμα σε όλο του το συναισθηματικό βάθος, παραμένοντας ένας εγκεφαλικός "mixing engineer", όπως αποκαλείται στην επίσημη ιστοσελίδα του.


Σκοτεινές και χαμηλόφωνες ambient συνθέσεις, οι οποίες έφερναν στο νου Tangerine Dream και τις πιο ηλεκτρονικές στιγμές των Pink Floyd, εναλλάσσονταν με ξέφρενο και την ίδια στιγμή πειραματικό microhouse και minimal techno. Σε αυτό το πάντρεμα, ο Jaar φρόντιζε να εντάξει στοιχεία από krautrock, ειδικά όταν τραγούδησε τα κομμάτια The Governor και Three Sides of Nazareth του άλμπουμ Sirens, από free jazz, παίζοντας με επιτηδευμένο φάλτσο το σαξόφωνό του, και βέβαια deep house, καθώς σύσσωμο το κοινό σείονταν με τις επιτυχίες του A Time For Us, Space Is Only Noise και Mi Mujer. Φυσικά, όσο η ώρα περνούσε και το ταξίδι έφτανε στο τέλος του, ο Nicolas φρόντισε να μας ταρακουνήσει για τα καλά, ανεβάζοντας τον χορευτικό ρυθμό στο ζενίθ. 

Ωστόσο, προσωπική αγαπημένη στιγμή της συναυλίας ήταν το encore, όπου τραγούδησε το αριστουργηματικό No. Η απαραίτητη πολιτική - τολμώ να πω αριστερής απόχρωσης - πινελιά είχε προστεθεί, από έναν δημιουργό που επιμένει να δίνει κοινωνικοπολιτική κατεύθυνση στη μουσική του.

Κλείνοντας, είναι άδικο να μην γίνει αναφορά στον ικανοποιητικό ήχο του live και γενικά στην πολύ καλή διοργάνωση. 


Με αυτή τη συναυλία ο Nicolas Jaar επιβεβαίωσε για ακόμα μια φορά ότι είναι ένας από τους πρωταγωνιστές της σύγχρονης ηλεκτρονικής σκηνής. Είμαι σίγουρος ότι στα επόμενα χρόνια μας επιφυλάσσει πολλές καλλιτεχνικές εκπλήξεις και έχω την προσδοκία ότι η μουσική του θα αποδειχθεί διαχρονικά σημαντική.